Η απεργία πείνας στην μεγάλη οθόνη


Με αφορμή την απεργία πείνας (πλεόν και δίψας) του κρατούμενου και καταδικασμένου σε ισόβια Δημήτρη Κουφοντίνα ή Λουκά της 17 Νοέμβρη, αποφασίσαμε στην εκπομπή «Μουσική στο Celluloid» να κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή στο έσχατο μέσο αγώνα που μπορεί να κάνει χρήση κάποιος, που δεν είναι άλλο απ’την απεργία πείνας και την απεικόνιση της στην μεγάλη οθόνη.


Από τις απεργίες πείνας λοιπόν των Σουφραζέτων που κρατούνταν στις βρετανικές φυλακές στις αρχές του προηγούμενου αιώνα διεκδικώντας δικαίωμα ψήφου και ίσα πολιτικά δικαιώματα με τους άντρες και τους ιρλανδούς κρατούμενους που ανέπτυξαν εθνικοαπελευθερωτική δράση υπό την κατοχή του βρετανικού κράτους και διεκδικούσαν να αναγνωριστούν ως πολιτικοί κρατούμενοι (1980), έως τους κρατούμενους στο Γκουαντάναμο, που αιτούνταν άσυλο ανά την Ευρώπη, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς και την μαζική απεργία διαρκείας των κρατουμένων στις τουρκικές φυλακές που προσπάθησαν να αντισταθούν στη λειτουργία φυλακών Τύπου Γ και τέλος στην απεργία πείνας των μελών του αριστερού τούρκικου συγκροτήματος Grup Yorum ζητώντας να τους επιτραπεί να κάνουν ξανά συναυλίες και την απελευθέρωση όλων των διωκόμενων μουσικών από την κυβέρνηση Ερντογάν.


Μπορείτε να ακούσετε την εκπομπή εδώ:


Πριν ξεκινήσουμε, θα ήθελα να ξεκαθαριστεί, (για να προλάβουμε τυχόν φωνές), όσον αφορά την υπόθεση Κουφοντίνα, οτι διαφωνούμε κάθετα με κάθε μορφή ατομικής τρομοκρατίας, καθώς μας χωρίζει άβυσσος από τέτοιες πρακτικές, που μόνο απότοκο, εν τέλει, έχουν την συκοφάντηση των λαϊκών αγώνων και της επαναστατικής ιδεολογίας και κυρίως δράσης. Πρακτικές που αξιοποιούνται από το κράτος και την εκάστοτε κυβέρνηση ως άλλοθι για να ψηφίζονται μια σειρά από αντιδραστικοί τρομονόμοι καταστολής του λαϊκού κινήματος. Το λαϊκό και εργατικό κίνημα έχει τα όργανα του και τις (δι-)εργασίες του και ξέρει πολύ καλά πως να απαντάει οργανωμένα στις εκάστοτε κυβερνητικές πολιτικές και να χαράζει την δική του πορεία.


Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, τίποτα απ’ολα αυτά δεν είναι στο κάδρο της συζήτησης και όποιος τα βάζει πετάει την μπάλα στην εξέδρα. Εν προκειμένω μιλάμε για εναν ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟ κρατούμενο του οποίου τα δικαιώματα (σύμφωνα με την δικιά τους νομοθεσία) καταπατούνται, δείχνοντας πως γίνεται επιλεκτική ερμηνεία της νομοθεσίας τους, με χαρακτηριστικά βεντέτας και το πρόσχημα της διατήρησης της εικόνας ενός κράτους με πυγμή που δεν εκβιάζεται. Και λέω πρόσχημα γιατί όλα αυτά τα στοιχεία είναι γραμμένα στο DNA του αστικού κράτους, γι’αυτό και είναι κοροϊδία να ανοίγει αυτή η κουβέντα υπό το πρίσμα της υπεράσπισης του "κράτους δικαίου". Ένα τέτοιο κράτος δεν καλλωπίζεται, ξεριζώνεται πατόκορφα.


Τι περιμένουμε;


Ας προχωρήσουμε, λοιπόν, σε μια σύντομη αναδρομή σε μερικές απεργίες πείνας της ιστορίας απ’τον περασμένο αιώνα μέχρι και σήμερα και το πως αυτές απεικονίστηκαν στην μεγάλη οθόνη.

Από τα τέλη του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα, σε όλο τον κόσμο οι απεργίες πείνας ως έσχατο μέσο αγώνα αυξάνονται. Η αναζήτηση της ιστορίας των πρώτων απεργιών πείνας, μας πάει πίσω στις μαζικές νηστείες των Αμερικανών για την αμερικανική ανεξαρτησία, ενώ η πρώτη απεργία πείνας κρατουμένων καταγράφεται στα τέλη του 19ου αιώνα από τους Ρώσους πολιτικούς κρατούμενους στις τσαρικές φύλακες, οι όποιοι διαμαρτύρονταν για τα λευκά κελιά και την απομόνωση.



Σουφραζέτες

Και απ’την Τσαρική Ρωσία πάμε στην Μεγάλη Βρετανία και τις αρχές του 20ού αιώνα, όπου ειχαμε μια σειρά κινημάτων και κοινωνικών συρράξεων με την πιο ανησυχητική για την αστική τάξη της χώρας που ήταν ακόμα στην εφηβική της ηλικία, να ήταν το κίνημα των Σουφραζέτων, όπως ονομάστηκαν επικριτικά σε ένα από τα πρωτοσέλιδα της Daily Mail το 1906. Κίνημα που πάλευε για την παροχή δικαιώματος ψήφου (εκλέγειν-εκλέγεσθαι) στις γυναίκες και τη διεκδίκηση ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών. Ο αγώνας για την απόδοση πολιτικών δικαιωμάτων στον γυναικείο πληθυσμό της Μεγάλης Βρετανίας δεν ήταν καινούργιος και σίγουρα δεν έκανε τα εγκαίνια του εκείνη την εποχή.



Πριν από έναν περίπου αιώνα και έπειτα από χρόνια αγώνων, οι Βρετανίδες αποκτούν για πρώτη φορά το δικαίωμα ψήφου με αποτέλεσμα οκτώ εκατομμύρια γυναίκες ηλικίας άνω των 30 ετών να γραφούν στους εκλογικούς καταλόγους. Υπεύθυνες για τη συγκεκριμένη κατάκτηση είναι οι «Σουφραζέτες». Ο ρόλος τους ήταν καθοριστικός στην απόκτηση του δικαιώματος ψήφου των γυναικών, σε μια εποχή που οι όμοιες τους είχαν λίγα δικαιώματα και δεν έπαιζαν κανένα ρόλο στα πολιτικά δρώμενα.


Οι γυναίκες διεκδικούσαν το δικαίωμα ψήφου για μισό αιώνα περίπου έως το 1900. Οι ειρηνικές διαμαρτυρίες όμως δεν οδηγούσαν πουθενά. Έτσι, το 1903 ιδρύεται στο Μάντσεστερ η «Κοινωνική και Πολιτική Ένωση Γυναικών» από την Έμελιν Πάνκχερστ και τις κόρες της, για να «ξυπνήσει το έθνος», όπως έλεγαν, μέσα «από πράξεις κι όχι λόγια», και στα επόμενα χρόνια το κίνημα τους εξαπλώνεται σε όλη τη χώρα.


Οι ακτιβίστριες του κινήματος πλήθαιναν τις αντικυβερνητικές δράσεις τους, κάτι που τις οδήγησε στα κάτεργα των φυλακών. Έπειτα, σειρά έλαβαν οι απεργίες πείνας, η οποίες αντιμετωπίστηκαν από τους δεσμοφύλακες με την πρακτική της βίαιης σίτισης. Η απεργία πείνας των Σουφραζέτων ήταν αυτή που απείλησε την ακεραιότητα της κυβέρνησης, η οποία στο αντίκρισμα του πρώτου θανάτου θα γινόταν ένοχη και θα ευθυνόταν για τη μεταβολή των θυμάτων σε μάρτυρες του αγώνα, με ακτινοβόλα επίδραση. Για να αποτραπεί αυτό το σενάριο, η κυβέρνηση νομοθέτησε μία πράξη (της γάτας και του ποντικιού) αμφίβολης συνταγματικότητας, η οποία απελευθέρωνε τις υποσιτισμένες, από την απεργία πείνας, γυναίκες και έπειτα από την πλήρη ανάρρωση της υγείας τους, προβλεπόταν η «νόμιμη» σύλληψή τους με αφετηρία ορισμένες αιτίες περιορισμένης σοβαρότητας.


«Σουφραζέτες» - Suffragette (2015)

Η πλειοψηφία των Βρετανίδων Σουφραζέτων δεν προέρχονταν από αριστοκρατικές τάξεις, αν και πολλές φορές παρουσιάζονταν ως κυρίες της υψηλής κοινωνίας με εντυπωσιακά καπέλα, που, ελλείψει ενδιαφερόντων, καταπιάνονται με τον πολιτικό ακτιβισμό για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών. Οι περισσότερες ήταν εργαζόμενες γυναίκες που συνειδητοποίησαν ότι η ειρηνική διαμαρτυρία δεν έφερνε αποτελέσματα. Στραμμένες στη βία ως τη μόνη διέξοδο, ήταν έτοιμες να χάσουν τα πάντα στον αγώνα τους για ισότητα.

Η ενδιαφέρουσα και καλοφτιαγμένη ταινία της Σάρα Γκαβρόν αφηγείται την ιστορία τους, με εκλάμψεις ταξικής προσέγγισης, όταν στο επίκεντρό της επιλέγει και τοποθετεί μια νεαρή σύζυγο και μητέρα από την εργατική τάξη την Μοντ, που από παιδάκι δουλεύει στο ίδιο πλυντήριο, υπό άθλιες συνθήκες, με τον εργοδότη συστηματικά να παρενοχλεί σεξουαλικά ανήλικα κορίτσια, που κι αυτά τα θεωρεί ιδιοκτησία του. Οι εργάτες το ξέρουν, σιωπούν όμως από φόβο αμετάκλητης απόλυσης. Οι γυναίκες δουλεύουν στο ανήλιο και υγρό πλυντήριο, από την ανατολή έως τη δύση του ήλιου, μέσα σε παγωμένα και καυτά νερά και επικίνδυνα χημικά, με ελάχιστη πληρωμή. Το Λονδίνο του 1912, υγρό, βρώμικο και φτωχό, θα μπορούσε με κάποια οπτική «επικαιροποίηση» να σηματοδοτεί το παρόν και κυρίως το δυστοπικό μέλλον της εργατικής τάξης - αν η ίδια δεν φροντίσει να αλλάξει αυτό το μέλλον. Σε σημεία στην ταινία που «σήκωναν» σκάψιμο ώστε να φτάσει κανείς στην ουσία της εκμετάλλευσης, όχι μόνο των γυναικών αλλά και των ανδρών - γιατί κι αυτό το θίγει η ταινία - εκμετάλλευση που όχι μόνο δεν σταμάτησε, αλλά έναν αιώνα μετά ζει και βασιλεύει, η ταινία φρόντιζε γρήγορα - γρήγορα να επαναφέρει την οριοθετημένη «τάξη», επιστρέφοντας στην περιγραφική, γραμμική της αφήγηση.


Η ταινία «Σουφραζέτες » έχει κλασική ανάπτυξη και χωρίς περίεργες αφηγηματικές τεχνικές υπενθυμίζει ότι τα δικαιώματα δεν χαρίζονται, αλλά κερδίζονται με σκληρούς αγώνες. Η ηθοποιός Κάρεϊ Μάλιγκαν ερμηνεύει με ευαισθησία τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Μοντ. Της πολύ νέας, αλλά «σπασμένης» από τη βία και τις ωμότητες της ταξικής κοινωνίας, γυναίκας. Η γλώσσα του σώματός της εκφράζει απελπισία, φτώχεια κι εγκατάλειψη. Με αυτά τα δεδομένα, η στράτευση σ' έναν αγώνα γεμάτο θυσίες δείχνεται ως αναγκαιότητα κι όχι ως επιλογή της, ενώ η Μέριλ Στριπ, στο ρόλο της ακριβοθώρητης αστής, ηγετικής σουφραζέτας Εμελιν Πάνχερστ, εμφανίζεται σε μια και μόνο σκηνή. Σημειωτέον ότι πρόκειται για την πρώτη ταινία τα γυρίσματα της οποίας έγιναν μέσα στο βρετανικό Κοινοβούλιο.




Μαχάτμα Γκάντι

Και από την Μ.Βρετανία, πάμε σε μια απ’τις μεγαλύτερες βρετανικές αποικίες του 20ου αιώνα, την Ινδία και πιο συγκεκριμένα στον Μαχάτμα Γκάντι.

Ο Γκάντι υπήρξε η σπουδαιότερη φυσιογνωμία του κινήματος της ινδικής ανεξαρτησίας από τον βρετανικό ζυγό και παγκόσμιο σύμβολο κατά της αποικιοκρατίας. Αυτό που τον έκανε να διαφέρει από άλλους επαναστάτες ήταν η φιλοσοφία βάσει της οποίας ζούσε και δρούσε. Ο ινδός στοχαστής θεωρείται ο εμπνευστής και θεμελιωτής της παθητικής αντίστασης χωρίς τη χρήση βίας έναντι των καταπιεστών. Μια μέθοδος που προκάλεσε μεγαλύτερη αντίδραση στην Ινδία και μπλόκαρε τη Μεγάλη Βρετανία, που δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει τις ειρηνικές αλλά αποτελεσματικές μεθόδους του. Η βία της έδινε δύναμη, η παθητικότητα της προκάλεσε ένα απρόσμενο και πανίσχυρο σοκ.


Παγκόσμια γνωστές έγιναν οι απεργίες πείνας του. Μέσα σε 35 χρόνια, ο Γκάντι υπέβαλε τον εαυτό του σε 18 απεργίες πείνας. Ήταν μια πράξη επανάστασης και συνάμα κομμάτι μιας βαθύτερης ιδεολογίας.


Το 1918 ο Ινδός ακτιβιστής εγκαταστάθηκε στην πόλη Αχμενταμπάντ. Αμέσως ανέπτυξε κοινωνική δράση και συμμετείχε ενεργά στα κοινά. Έτσι, όταν κάποια στιγμή οι εργάτες των τοπικών υφαντουργείων κατήγγειλαν τις τοπικές αρχές για εκμετάλλευση και απαίτησαν μία αύξηση της τάξης του 35% στους μισθούς τους, ο Γκάντι έσπευσε να βοηθήσει. Αρχικά τους ενθάρρυνε να κάνουν απεργία. Ήταν η πρώτη απεργία που γινόταν στην ιστορία της μεγαλούπολης. Δύο βδομάδες αργότερα, οι εργοδότες έκαναν ένα βήμα πίσω και προσέφεραν 20% αύξηση. Πολλοί συμβιβάστηκαν και αποφάσισαν να επιστρέψουν στη δουλειά. Οι υπόλοιποι συνέχισαν την απεργία. Προκειμένου να ενισχύσει την προσπάθειά τους, ο Γκάντι αποφάσισε να μπει μπροστά, κάνοντας απεργία πείνας. Δήλωσε δημόσια ότι δεν θα ξαναέτρωγε φαγητό μέχρι να δοθεί στους εργάτες η αύξηση που ζητούσαν. Οι ιδιοκτήτες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να ενδώσουν στην κοινωνική πίεση. Τέσσερις μέρες αφού ο Ινδός ξεκίνησε την απεργία του, δέχθηκαν να παραχωρήσουν την πολυπόθητη αύξηση. Τους ήταν αδιανόητο να πάρουν την ευθύνη για το θάνατο του Γκάντι και την κοινωνική έκρηξη που θα προκαλούσε. Ήταν ένα ιστορικό γεγονός για τα δεδομένα της Ινδίας. Ποτέ στο παρελθόν κάποιος δεν είχε διεκδικήσει και κατακτήσει κάτι μέσω απεργίας πείνας.