Σπαγγέτι Γουέστερν, τα επαναστατικά

Updated: Dec 19, 2020

Σαν χθες πριν 54 χρόνια (15 Δεκεμβρίου 1966) πραγματοποιείται η πρώτη κινηματογραφική προβολή του ιταλικού Σπαγγέτι Γουέστερν, "Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος", του Σέρτζιο Λεόνε. Με αφορμή την κυκλοφορία της εμβληματικής αυτής ταινίας επιχειρήσαμε να κάνουμε, στην εκπομπή «Μουσική στο Celluloid», ένα κινηματογραφικό ταξίδι στην άγρια δύση, μέσω… Ιταλίας.


Γουέστερν, ένα κινηματογραφικό είδος έντονα ταυτισμένο με την εικόνα του μάτσο Αμερικάνου ήρωα και των κακών Ινδιάνων... ή μήπως όχι (πάντα);



Το γουέστερν σαν είδος

Το γουέστερν αποτελεί από μόνο του ένα τεράστιο κεφάλαιο στον κινηματογράφο και έχει ακόμη και σήμερα φανατικούς θαυμαστές σε όλο τον κόσμο, ειδικά το κλασικό γουέστερν του Χόλιγουντ (’30-’50) με πλήθος ταινιών, καλών παραγωγών.


Αν και στον πυρήνα τους η πλειοψηφία των αμερικάνικων γουέστερν (ειδικά την λεγόμενη χρυσή εποχή τους), διαθέτει ρατσιστική θέση έναντι των Ινδιάνων, ενός έθνους που γνώρισε ίσως τη μεγαλύτερη γενοκτονία στην παγκόσμια ιστορία, δεν σημαίνει ότι όλα είναι έτσι.


Σε πολλά απ’ αυτά δεν υπάρχει, όμως, μόνο η θεματολογία με τους «άγριους, τους αιμοβόρους Ινδιάνους», αλλά και η σύγκρουση των καουμπόηδων με τους μεγαλοκτηματίες, των ταπεινών αγροτών με αυτούς που θέλουν να αρπάξουν την περιουσία τους, τους παράνομους, την ανδρική φιλία, τη διαφθορά που ακουμπάει την ανερχόμενη τάξη των επιχειρηματιών και των αξιωματούχων, τον αμερικάνικο εμφύλιο και φυσικά το ρομάντζο, το οποίο κατέχει ένα μεγάλο κομμάτι στα γουέστερν.


Τα αμερικανικά γουέστερν είχαν αρχίσει να αποκαθιστούν την ιστορική αλήθεια για τη γενοκτονία των Ινδιάνων ήδη από τη δεκαετία του ’50, όταν ο Ντέλμερ Ντέιβις παρουσίασε το «Σπασμένο βέλος».

«Στην ταινία» θα γράψει αρκετά χρόνια αργότερα ο Ιγνάσιο Ραμονέ, συγγραφέας του βιβλίου «Σιωπηρή προπαγάνδα», «ο Ντέιβις παρουσιάζει την κατάκτηση της Δύσης σαν μια αποικιοκρατική επιχείρηση αφαίρεσης εδαφών που ανήκαν στις κοινότητες των Ινδιάνων».


Λίγα χρόνια αργότερα, καθώς οι ΗΠΑ στέλνουν τα αγόρια τους στον πόλεμο της Κορέας, ο Τζον Χιούστον τολμά να αμφισβητήσει τον αμερικανικό μιλιταρισμό με την ταινία του «Νικηφόρα Επέλαση», για τη ζωή ενός στρατιώτη του αμερικανικού εμφυλίου που αποφασίζει να λιποτακτήσει.


Τελικά η ταινία λογοκρίνεται τόσο άγρια από τη Metro-Goldwyn-Mayer που ο σκηνοθέτης αποφασίζει να την αποκηρύξει – έχει προλάβει όμως να δώσει μια γενναία μάχη απέναντι στον πολεμικό παροξυσμό των νικητών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.


Και ενώ όσο αυτά διαδραματίζονται στις ΗΠΑ, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού δεκάδες κομμουνιστές και αναρχικοί σκηνοθέτες και σεναριογράφοι θα χρησιμοποιήσουν τη βιομηχανία του σπαγγέτι γουέστερν (που ο ήρωας συνήθως είναι ο παράνομος και όχι ο σερίφης) για να αποφύγουν την κρατική και επιχειρηματική λογοκρισία και να περάσουν τα μηνύματά τους στις ανυποψίαστες «μάζες».


Τι είναι όμως ένα σπαγγέτι γουέστερν;

Το σπαγγέτι γουέστερν γεννήθηκε το πρώτο μισό της δεκαετίας του εξήντα και διήρκεσε μέχρι το δεύτερο μισό της δεκαετίας του εβδομήντα. Οφείλει το όνομά του στο γεγονός ότι τα πιο πολλά γουέστερν σκηνοθετήθηκαν και παράχθηκαν από Ιταλούς, συχνά σε συνεργασία με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ειδικά με την Ισπανία και με τη Γερμανία. Η ονομασία «σπαγγέτι» ήταν αρχικά ένας υποτιμητικός όρος που έδιναν οι ξένοι κριτικοί σε αυτές τις ταινίες επειδή τις θεωρούσαν κατώτερες από τα αμερικανικά γουέστερν. Οι περισσότερες από αυτές τις ταινίες έγιναν με χαμηλό προϋπολογισμό, κι όμως πολλές από αυτές κατάφεραν να είναι πρωτότυπες και καλλιτεχνικές, παρόλο που στην εποχή τους δεν έλαβαν μεγάλη αναγνώριση, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Κατά τη δεκαετία του ογδόντα, η φήμη αυτού του είδους μεγάλωσε και σήμερα ο όρος δε χρησιμοποιείται πλέον περιφρονητικά, παρότι αρκετοί Ιταλοί ακόμη προτιμούν να αποκαλούν αυτές τις ταινίες westerns all’italiana (γουέστερν σε ιταλικό στυλ). Στην Ιαπωνία τα αποκαλούν Μακαρόνι γουέστερν, ενώ στην Γερμανία Ιταλογούεστερν.


Τι είναι τόσο ξεχωριστό σε αυτά;

Είναι αρκετά διαδεδομένη η αντίληψη ότι το είδος ξεκίνησε ως αποτέλεσμα της τεράστιας επιτυχίας της ταινίας του Σέρτζιο Λεόνε (A Fistful of Dollars) /Για μια χούφτα Δολάρια (1964), μια μεταφορά μιας Ιαπωνικής ταινίας με σαμουράι που λεγόταν «Yojimbo» (του Ακίρα Κουροσάβα, 1961). Μα κάποια λίγα γουέστερν είχαν φτιαχτεί στην Ιταλία πριν να θέσει ο Λεόνε τα βασικά χαρακτηριστικά του είδους και επιπλέον οι Ιταλοί δεν ήταν οι πρώτοι που έφτιαξαν γουέστερν στην Ευρώπη τη δεκαετία του εξήντα. Στη Γερμανία μια σειρά άκρως επιτυχημένων γουέστερν είχαν παραχθεί, τα οποία βασίζονταν στα έργα του Καρλ Μέι (Karl May). Το πρώτο ευρωπαϊκό γουέστερν που περιείχε τουλάχιστον κάποια από τα βασικά συστατικά για να θεωρείται «σπαγγέτι γουέστερν», έγινε χωρίς καμιά ιταλική ανάμειξη, όντας μια Βρετανο-Ιταλική συμπαραγωγή: The Savage Guns ή «Μέχρις Αίματος» (του Μίχαελ Καρρέρας, 1962). Πάντως ήταν σίγουρα ο Σέρτζιο Λεόνε, παιδί αντιφασιστικής οικογένειας, που καθόρισε τη μορφή και τα χαρακτηριστικά του είδους με το πρώτο του γουέστερν, καθώς και με τα δυο που σύντομα ακολούθησαν: (For a Few Dollars more)/ «Μονομαχία στο Ελ Πάσο» (1965) και ( The Good, the Bad and the Ugly) / «Ο Καλός, ο Κακός κι ο Άσχημος» (1966). Αυτές οι τρεις ταινίες μαζί αποκαλούνται «Η τριλογία με τα δολλάρια» The Dollars Trilogy. Οι ιστορίες τους είναι μακιγιαρισμένες ταινίες με ατελείωτες ουρές από πτώματα και πετάγματα νομισμάτων, που μας διδάσκουν για το που μπορεί να οδηγήσει ο τυφλός κανόνας του κέρδους. Η Δύση του Λεόνε ήταν ένας βρώμικος, σκονισμένος χερσότοπος με λευκά χωριουδάκια, ανέμους που σφυρίζουν, κοκαλιάρικα σκυλιά και κυνικούς ήρωες, εξίσου αξύριστους με τους κακούς.

Η μουσική και στις τρεις ταινίες γράφτηκε από τον Έννιο Μορρικόνε (Ennio Morricone) και ήταν τόσο ασυνήθιστη όσο και τα οπτικά εφέ του Λεόνε: όχι μόνο χρησιμοποίησε όργανα όπως η τρομπέτα, η άρπα και η ηλεκτρική κιθάρα, αλλά πρόσθεσε και σφύριγμα, τον ήχο μαστίγιων και πυροβολισμών στην σύνθεση που ένας κριτικός περιέγραφε ως έναν «κροταλία σε ένα τύμπανο».


Γενικά, τα σπαγγέτι γουέστερν έχουν περισσότερη δράση απ’ ότι τα αντίστοιχα αμερικάνικα. Ο διάλογος είναι σπάνιος και κάποιοι κριτικοί έχουν τονίσει ότι είναι δομημένα σαν όπερες, χρησιμοποιώντας τη μουσική σαν επεξηγηματικό στοιχείο της αφήγησης. Εδώ και πολύ καιρό, τα γουέστερν έχουν χαρακτηριστεί ως «όπερες με άλογα», αλλά όπως τόνισε ο καθηγητής πολιτιστικών σπουδών Κρίστοφερ Φρέυλινγκ, μόνο οι Ιταλοί κατάφεραν να δείξουν τι πραγματικά σημαίνει αυτός ο όρος. Όταν φτιάχτηκαν, πολλά σπαγγέτι γουέστερν ήταν αρκετά βίαια και αρκετά από αυτά συνάντησαν προβλήματα απαγορεύσεων, οπότε περικόπηκαν σκηνές ή ακόμη και ολόκληρες ταινίες απαγορεύτηκαν σε κάποιες αγορές. Πολλά σπαγγέτι γουέστερν τοποθετούνται στα Αμερικανο-Μεξικανικά σύνορα και δείχνουν άγριους και σαδιστές Μεξικανούς ληστές. Ο Εμφύλιος Πόλεμος και όσα συνέβησαν μετά το τέλος του είναι ένα υπόβαθρο που βρίσκουμε συχνά.

Αντί για κανονικά ονόματα όπως Γουίλ Κέιν ή Ήθαν Έντουαρτς, οι ήρωες έχουν συχνά παράξενα ονόματα όπως Ρίνγκο, Σαρτάνα, Σαμπάτα, Τζώνυ Όρο, Αριζόνα Κολτ ή Τζάνγκο. Το είδος είναι αναμφίβολα ένα είδος των καθολικών (μερικά ονόματα που έχουν χρησιμοποιηθεί είναι Αλληλούια, Cemetary (Νεκροταφείο), Τρίνιτυ (Τριάδα) ή Χόλυ Γουότερ Τζο (Τζο του Αγίου Νερού)!), με ένα οπτικό στυλ έντονα επηρεασμένο από την καθολική εικονογραφία όπως, για παράδειγμα, η σταύρωση και το τελευταίο δείπνο του Θεανθρώπου. Η σουρεαλιστική υπερβολή Τζάνγκο Σκότωσε! (Django Kill!)/(Αν ζεις, πυροβόλησε, 1967) του Τζούλιο Κουέστι, ενός πρώην βοηθού του Φελίνι(!) δείχνει έναν αναστημένο ήρωα που παρακολουθεί μια αναπαράσταση της Ημέρας της Κρίσης σε μια σκονισμένη πόλη της Δύσης.


Οι εξωτερικές σκηνές πολλών γουέστερν, ιδιαίτερα αυτών με ένα σχετικά υψηλό προϋπολογισμό, γυρίστηκαν στην Ισπανία, κυρίως στην έρημο Ταμπέρνας της Αλμερίας (στην Ανδαλουσία) και στα Κολμενάρ Βιέχο και Όγιο ντε Μαντσανάρες (κοντά στην Μαδρίτη). Στην Ιταλία η επαρχία του Λάτσιο (τα περίχωρα της Ρώμης) ήταν μια αγαπημένη τοποθεσία. Κάποια σπαγγέτι γουέστερν γυρίστηκαν στις Άλπεις, στη Βόρεια Αφρική ή στο Ισραήλ. Οι εσωτερικές σκηνές συνήθως γυρίζονταν στις πόλεις της άγριας δύσης των στούντιο της Ρώμης, όπως η Σινετσιτά ή τα Έλιος. Τα στούντιο Έλιος είχαν επίσης μια «μεξικανική πόλη» δίπλα στην πόλη της άγριας δύσης.


Οι αρχές και οι ρίζες

Είναι πολύ όμορφο να αναζητήσουμε, μέσα στην ομίχλη των χρόνων και στα αθώα χρόνια, την εποχή που οι αίθουσες ήταν γεμάτες από άνδρες, κάποιες γενεσιουργές αιτίες. Στην Ευρώπη από τα μέσα του ’50 επικρατούν ανανεωτικές τάσεις στις κινηματογραφίες: Δεν είναι μόνο οι μεγάλες πρωτοπορίες των Αντονιόνι, Βισκόντι, Μπέργκμαν, αλλά και έντονα αιτήματα να ανανεωθούν οι θεματολογίες.


Υπάρχει μία άποψη πως το αστικό κοινό έχει εφησυχάσει σ’ ένα είδος κινηματογράφου. Έτσι, από Γαλλία εκκινεί η νουβέλ βαγκ με τον Γκοντάρ να αλλάζει τη γλώσσα του σινεμά. Στη Μεγάλη Βρετανία στον απόηχο κοινωνικών αιτημάτων γεννιέται το φρι-σίνεμα και με βάση την Ιταλία εκκινεί το σπαγγέτι γουέστερν.


Τα σπαγγέτι γουέστερν έχουν κατηγορηθεί πολλές φορές για κυνισμό, σαδισμό και πως προμοτάρουν τα πιο ζωώδη ένστικτα του ανθρώπου. Και η αλήθεια είναι πως μια επιφανειακή ανάλυση αυτό μας λέει. Αν βάλεις κάτω τις φρικιαστικές σκηνές βίας και τους λακωνικούς διαλόγους, δεν βγάζεις πολύ νόημα, ειδικά αν τις απομονώσεις από την πολιτική πραγματικότητα στην Ιταλία (και γενικότερα την Ευρώπη και τον κόσμο) την δεκαετία του 1960 και του 1970.


Αντικομφορμισμός και ταξικότητα

Ο γαλλικός Μάης πλησιάζει κι ένας από τους λόγους που γεννιέται το σπαγγέτι είναι ο αέρας της ελευθερίας, η μεγάλη περιπέτεια, ο αντικομφορμισμός, η αντίσταση στις εξουσιαστικές δομές, το ξήλωμα του παρακράτους. Ο μοναχικός εκδικητής τα βάζει μόνος του με τη διαφθορά, για να συνεγείρει τους φιλήσυχους ανθρώπους. Οι κοινωνικές και ιδεολογικές σημάνσεις είναι φανερές. Αργότερα θα φθάσει η εποχή της μεγάλης βίας. Αρχικά οι Ερυθρές ταξιαρχίες στην πρώτη φάσης τους και πριν διαβρωθούν από την CIA, έχουν την αποδοχή μεγάλου μέρους της ιταλικής κοινωνίας. Συναντάται μία ταξικότητα, μία έντονη διεκδίκηση, ενώ και οι νύξεις κατά του ιμπεριαλιστικού ρόλου των ΗΠΑ είναι φανερές. Κάποιοι σκηνοθέτες ανήκουν, και το δηλώνουν, στο ιταλικό κομμουνιστικό κόμμα, όπως π.χ. ο Νταμιάνο Νταμιάνι. Κάτι άλλο που επηρέαζε της θεματολογία του σπαγγέτι γουέστερν είναι και το χίπικο κίνημα, τα παιδιά των λουλουδιών, στα οποία γίνεται αναφορά σε κάποιες ταινίες.